Κεφάλαιο 4: Το Λάθος Δίλημμα

Κεφάλαια Pandemos Νοε 04, 2020

«Υπάρχει πρόβλημα; Κι αν ναι, ποιο είναι αυτό;» ρώτησε τους πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ η φωνή του παραγωγού πίσω από την κάμερα. Σιωπή…

Έτσι μουδιασμένα ξεκινά το Social Dilemma (ελλ. «Το Κοινωνικό Δίλημμα»). Tο ντοκιμαντέρ (ορθότερα docudrama) του Netflix με παραγωγό τον Τζεφ Ορλόφσκι φιλοδοξεί να παρουσιάσει τις «απρόβλεπτες συνέπειες» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε άτομα και κοινωνίες εστιάζοντας την αφήγησή του στο τρόπο με τον οποίο στρατηγικώς σχεδιασμένα εργαλεία…παίρνουν στην πορεία τη λάθος στροφή.

Το ντοκιμαντέρ αποτελεί μια συλλογική κατάθεση εμπειριών από ανθρώπους που εργάστηκαν στους τεχνολογικούς κολοσσούς της εποχής μας. Με βασικό άξονα τις δικές τους «εξομολογήσεις», μαθαίνουμε για τις επιχειρηματικές στρατηγικές που διαμορφώνουν και ορίζουν τα κοινωνικά δίκτυα, ενώ παράλληλα ακούμε και βλέπουμε σημαντικές λεπτομέρειες για τις τεχνολογίες που υποστηρίζουν τα καταστρεπτικά επιχειρηματικά μοντέλα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Με γλαφυρές απεικονίσεις και εξιστορήσεις, το ντοκιμαντέρ εξηγεί πώς οι ιδιοτελώς σχεδιασμένοι αλγόριθμοι που συντηρούν και καθοδηγούν τη «ροή» ειδήσεων, αναρτήσεων σε πλατφόρμες σαν το Facebook, εξαργυρώνουν προς όφελος των εταιρειών αυτών τον εθισμό των ανθρώπων παρασύροντάς τους όλο και περισσότερο στη δίνη του άσκοπου σκρολαρίσματος. Πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ – μεταξύ άλλων στελεχών που εμφανίζονται συχνά- είναι δύο πρώην στελέχη των Google και Facebook, ο Τρίσταν Χάρις και ο Τιμ Κένταλ,  οι οποίοι, έχοντας συμβάλει στην ηγεμονοποίηση των δύο κολοσσών στο χώρο της τεχνολογίας (ο ένας μάλιστα στην καρδιά του μοντέλου διακυβέρνησης της Facebook), αλλάξανε πια στρατόπεδο και επιχειρούν να λύσουν τα δομικά προβλήματα στων οποίων την ανάπτυξη συνέβαλαν σημαντικά.

Δίπλα σε αυτόν τον αφηγηματικό άξονα, διαδραματίζεται μια παράλληλη ιστορία που δείχνει τα μέλη μιας οικογένειας  να ορίζουν και να καθορίζουν τις ζωές τους γύρω από τις κινητές τους συσκευές. Η Μητέρα επιχειρεί να προστατεύσει τα παιδιά της από τον εθισμό τους, καλώντας τα να κλειδώσουν στις συσκευές τους σε ένα κουτί, μόνο για να δει την μικρή της κόρη (Ίσλα) να το σπάει προκειμένου, εκνευρισμένη, να πάρει πίσω αυτό που της ανήκει. Ο δε αδερφός της, ο Μπεν, παρουσιάζεται ως το πιόνι σχεδιαστών οι οποίοι δρώντας στο παρασκήνιο των εφαρμογών που χρησιμοποιεί καθορίζουν τί βλέπει και συνακόλουθα πώς δρα και συμπεριφέρεται. Ο Μπεν αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τον πρωταγωνιστή αυτής της παράλληλης ιστορίας καθώς, παρασυρόμενος από τα μηνύματα και τις αναρτήσεις της αναδυόμενης συνομοσιωλογικής τάσης του «Ακραίου Κέντρου», αγνοεί τις συστάσεις της «αντιστασιακής» μεγάλης αδερφής του (Κασσάνδρα) και καταλήγει να συλληφθεί μαζί της σε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας.

Εν ολίγοις, το Social Dilemma αξίζει να το παρακολουθήσει κανείς γιατί καταφέρνει να εξηγήσει απλά, κατανοητά και γλαφυρά τί συμβαίνει πίσω από τις εφαρμογές των κινητών μας συσκευών. Δείτε το λοιπόν, αν μη τι άλλο, ως ένα εργαλείο για την κατανόηση των διαδικασιών εκείνων που, αντλώντας ισχύ από τις ψυχολογικές μας αδυναμίες, αιμοδοτούν αδιάκοπα το συνεχώς αυξανόμενο οικονομικό και πολιτικό μέγεθος των τεχνολογικών κολοσσών.

Από ‘κει και πέρα, όμως, το ντοκιμαντέρ κρύβει επικίνδυνες διανοητικές παγίδες. Παγίδες που αποπροσανατολίζουν την προσοχή μας από τα σημαντικά διακυβεύματα, αλλά κυρίως, παγίδες που αν δεν ανιχνευτούν, δύνανται να περιορίσουν δραστικά, αν και υποσυνείδητα, τη συλλογική μας δράση και φαντασία.

Όλα ξεκινούν από το πώς οι συντελεστές του αντιλαμβάνονται το πρόβλημα που επιχειρούν να λύσουν.

Το πρόβλημα

Η κοινή παραδοχή που επικρατεί στην ατμόσφαιρα του ντοκιμαντέρ από τις περιγραφές των ειδικών εντοπίζει την απαρχή του προβλήματος στο επιχειρηματικό μοντέλο (business model) των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, στο γεγονός δηλαδή ότι εταιρείες σαν το Facebook και το Instagram έχουν δομήσει την οικονομική τους δραστηριότητα στις διαφημίσεις. Ως αποτέλεσμα έχουν κάθε κίνητρο να φτιάχνουν τις εφαρμογές τους όσο πιο εθιστικές γίνεται, καθώς όσο περισσότερο οι χρήστες θα «σκρολάρουν» μουδιασμένοι, τόσο περισσότερες διαφημίσεις θα βλέπουν και, τελικά, τόση περισσότερη «προσοχή» θα μπορούν οι πλατφόρμες να εξαργυρώνουν σε χρήμα.

Μια τέτοια θεώρηση που θέλει το «επιχειρηματικό μοντέλο ως το πρόβλημα» σίγουρα δεν είναι καινούρια. Ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές είχαν από νωρίς προειδοποιήσει για τις ολέθριες συνέπειες που μπορεί να προκληθούν από την αλγοριθμική ομογενοποίηση κοινωνιών, τη δυνατότητα δηλαδή να ενισχύονται οι φωνές εκείνων που συμφωνούν με όσα λες, να επιταχύνονται ανεξέλεγκτα οι κοινωνικές ζυμώσεις και να ριζοσπαστικοποιούνται κοινωνικές ομάδες με βάση συνονθυλευμένα χαρακτηριστικά που ανεπαισθήτως σμιλεύονται από στρατηγικά σχεδιασμένους αλγορίθμους. Αυτό το επιχειρηματικό μοντέλο, λοιπόν, φαντάζει ως το πρόβλημα που σπεύδουν να αναγνωρίσουν οι πρωταγωνιστές των «τότε» γεγονότων και της «τώρα» ιστορίας μας.

Και εδώ ακριβώς έγκειται η πρώτη παγίδα. Διότι η ευρηματικότητα των συντελεστών στην ανίχνευση των αιτιών του προβλήματος εξαντλείται στο «κακοσχεδιασμένο» επιχειρηματικό μοντέλο ενώ καμία προσπάθεια δεν γίνεται στον να εξερευνήσουν τις βαθύτερες ρίζες και δυναμικές που διαμόρφωσαν το πρόβλημα. Διότι, το καταστρεπτικό μοντέλο κεφαλαιοποίησης των Google και Facebook, δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Αντίθετα διαμορφώθηκε και καθορίστηκε μέσα σε ένα σύστημα που εξυμνεί και ανταμείβει την προσπάθεια για κέρδος με κάθε κόστος, σε ένα σύστημα που θεοποιεί την καινοτομία και αναγνωρίζει μια τεχνολογική εξέλιξη ως «αναπόδραστη» αγνοώντας ως «αναπόφευκτες» τις συνέπειες που μπορεί να έχει σε άτομα και κοινωνίες. Ενδεικτική προς αυτή την κατεύθυνση είναι η μαρτυρία του Κιμ Κεντάλ που αναφερόμενος στη θητεία του στη Facebook ανέφερε «Βλέπαμε τι είχε χτίσει η Google και το ζηλέυαμε. Μία μηχανή που, απ’όσο ξέραμε, έκανε μόνο καλό στον κόσμο και που ταυτόχρονα μπορούσε και έβγαζε πολλά χρήματα. Κλήθηκα, λοιπόν, εγώ να καθορίσω τον τρόπο με τον οποίο θα καταφέρουμε να βγάλουμε κι εμείς, στη Facebook, χρήματα από τη δραστηριότητά μας».

Αγνοώντας, ενδεχομένως συνειδητά, αυτές τις οικονομικές δυναμικές που ώθησαν τις εταιρείες να συνδιαμορφώσουν τέτοια επιχειρηματικά μοντέλα, οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ καταλήγουν να αναλύουν μονάχα το μανδύα του προβλήματος. Βέβαια, το πλαίσιο αυτό του «επιχεριηματικού μοντέλου ως το πρόβλημα» εξυπηρετεί ιδανικά τον ευρύτερο σκοπό των συντελεστών οι οποίοι σε όλη τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ επιχειρούν να ακροβατήσουν μεταξύ πόλων, θέσεων και απόψεων. Αναπόφευκτα, αποτυγχάνουν να «πολιτικοποιήσουν» συνολικά το πρόβλημα και να το «φωτίσουν» από όλες του τις πλευρές. Είναι μάλιστα σχεδόν ειρωνικό ότι η μοναδική στιγμή που η λέξη «politics» εμφανίζεται στη συζήτηση είναι όταν ακούμε τη μητέρα στην παράλληλη ιστορία της οικογένειας να λέει στην Κασσάνδρα «μη μου μιλάς για πολιτική τώρα».

Στο βαθμό, τώρα, που οι συντελεστές επιχειρούν να εμφυσήσουν μια «αύρα πολιτικής», τοποθετούν το πρόβλημα κάτω από την ομπρέλα του δημοφιλούς πια αφηγήματος περί «Surveillance Capitalism» το οποίο συνδέθηκε και ταυτίστηκε με το ομότιτλο best-seller της Σοσάνα Ζουμπόφ. Το αφήγημα αυτό (στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως «Εποπτικός Καπιταλισμός»), φιλοδοξεί να χαρακτηρίσει το οικονομικό σύστημα των ημερών εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο η εμπορευματοποίηση των προσωπικών μας δεδομένων δημιουργεί έναν αδυσώπητο αγώνα για οικονομική ισχύ σε βάρος θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως η αυτονομία και η ιδιωτικότητα. Έναν αγώνα που το δίκαιο αργεί πολύ να αντιληφθεί και να περιορίσει.

Χωρίς να παραγνωρίζεται η ερευνητική και συγγραφική αξία του βιβλίου-αφηγήματος, υπάρχουν αρκετά επιχειρήματα για να αναδείξουν την ανεπάρκεια αυτού του ως πλαίσιο ανάλυσης και παράλληλα τον κίνδυνο αποπροσανατολισμού που μπορεί να επιφέρει η ηγεμονοποίησή του στο δημόσιο διάλογο. Η Έιμι Καπζίνσκι, Καθηγήτρια Νομικής του Πανεπιστημίου του Yale και πρωτοπόρος του αναδυόμενου κινήματος «Δίκαιο και Πολιτική Οικονομία» στις ΗΠΑ, στο άρθρο της «The Law of Informational Capitalism» παραθέτει δύο τέτοιους λόγους. Πρώτον, επιχειρεί να «σπάσει» την κοινή αντίληψη που θέλει το δίκαιο να αργεί να συμβαδίσει με την τεχνολογία παραθέτοντας παραδείγματα που αναδεικνύουν ότι το δίκαιο στην πραγματικότητα σπεύδει συνήθως ενεργητικά ώστε να διασφαλίσει με κάθε τρόπο την προστασία της τεχνολογίας και των συμφερόντων των δημιουργών της.  Καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα, ότι η τεχνολογία δεν εξελίσσεται πέρα από το δίκαιο αλλά εξαιτίας του δικαίου. Δεύτερον, σχολιάζει την τάση να επενδύεται η λέξη «καπιταλισμός» με διάφορους επιθετικούς προσδιορισμούς, προτού συμφωνηθεί ως το κοινό μας πρόβλημα. Σήμερα, δηλαδή, εξηγεί η συγγραφέας, δε μιλάμε για το πρόβλημα του «Καπιταλισμού» αλλά για το πρόβλημα του «Εποπτικού Καπιταλισμού» (Surveillance Capitalism) του «Πληροφοριακού Καπιταλισμού» ( Informational Capitalism) του «Καπιταλισμού των Μέσων» (Platform Capitalism) κοκ. Φαντάζει, μάλλον, κάπως ευκολότερο να συμφωνήσει κάποιος ότι το πρόβλημα δεν είναι ο καπιταλισμός αλλά κάποιο παράγωγό του. Η διαφορά εδώ, ωστόσο, δεν είναι μόνο λεκτική. Γιατί συνήθως και πιθανότατα στην περίπτωση του Social Dilemma, πίσω από τη χρήση συγκεκριμένων επιθετικών προσδιορισμών κρύβεται μια τακτική που θέλει να κατευθύνει τη διανοητική προσπάθεια στην ανάλυση και αντιμετώπιση του είδους αντί του γένους.

Συμπερασματικά, λοιπόν, για αυτό το σημείο, οι συντελεστές του Social Dilemma κρατάνε «μέσες αποστάσεις» αρνούμενοι πεισματικά να προκαλέσουν συζητήσεις για τις κραταιές δυναμικές που έπλασαν το Facebook, το Instagram, τα Google Ads, το Twitter κ.α., καθώς επίσης και για το στρατηγικό ρόλο του δικαίου στη διαμόρφωση, διατήρηση και προστασία αυτού του συστήματος και των προϊόντων τους. Είναι, συνεπώς, αρκετά ειρωνικό να βλέπει κανείς τους συντελεστές του Social Dilemma να προσπαθούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από τις συνέπειες που προκάλεσε το πάντρεμα της τεχνολογίας με τον καπιταλισμό, αλλά να αποφεύγουν με ακροβατικούς συλλογισμούς να αναγνωρίσουν ευθέως τον καπιταλισμό ως πρόβλημα.

2οπρόβλημα—αλήθεια

«Δεν μπορούμε πια να συμφωνήσουμε στο τι είναι αλήθεια» λέει προς το τέλος του Social Dilemma ο Τρίσταν Χάρις για να συμπληρώσει: «Αυτό είναι το βασικό μας πρόβλημα, πίσω από όλα τα άλλα».

Και είναι αυτή ακριβώς η φράση που αναδεικνύει γλαφυρά τη θεμελιώδη απόσταση που χωρίζει αντιλήψεις μας περί δημοκρατίας από την «πολιτική» κοσμοθεωρία των συντελεστών του Social Dilemma. Από πού, άραγε, προκύπτει αυτή η πολιτική ανάγκη να συμφωνούμε όλοι στο τί είναι αλήθεια; Τι από το δημόσιο διάλογο αποτελεί «αλήθεια» και τί «ισχυρισμό»; Και στην τελική, ποιός είναι εκείνος που θα ορίσει τί είναι «αλήθεια»;

Τα ερωτήματα δεν είναι μονάχα φιλοσοφικά. Στον απόηχο της λαίλαπας των fake news που συνοδεύουν πια κάθε κρίση, όλο και περισσότερο φαίνεται να καλλιεργείται η πεποίθηση ότι η εξακρίβωση και κοινοποίηση των πραγματικών περιστατικών, η «ανεύρεση της αλήθειας» είναι η μοναδική λύση.  Πόσες φορές, όμως, είδαμε αυτή μας την προσδοκία να διαψεύδεται; Πόσες φορές είδαμε ιδέες να διαδίδονται ταχύτερα από «την αλήθεια» και να συνεχίζουν να διαδίδονται ακόμα και μετά το άκουσμά της;

Χωρίς επ’ουδενί να παραγνωρίζεται η σημαντική συνεισφορά των ερευνητών επαλήθευσης ειδήσεων και γεγονότων στο δημόσιο διάλογο, είναι λάθος να τους επιφυλάσσεται ο ρόλος του θεματοφύλακά του και να επενδύουμε σε αυτά ως λύσεις στα προβλήματα της διασποράς ψευδών ειδήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είκοσι και πλέον χρόνια ιστορίας του διαδικτύου είναι αρκετά για να πειστούμε ότι οι άνθρωποι συνδέονται, επικοινωνούν, βλέπουν, ακούνε και διαβάζουν όχι για να μάθουν την «αλήθεια» αλλά για να μάθουν την αλήθεια τους. Είναι, λοιπόν, εύκολο να στήνουμε στον τοίχο και να γελοιοποιούμε συνομοσιωλόγους «τρίβοντας στη μούρη τους» πασίδηλα γεγονότα. Είναι πολύ δυσκολότερο να χτίσουμε τους θεσμούς εκείνους, ψηφιακούς και μη, που εμπνέοντας εμπιστοσύνη στον πολίτη, θα του δίνουν βήμα και λόγο για να συμμετέχει και να κοινοποιεί την αλήθεια του σε μια ανοιχτή, προσβάσιμη και δεκτική πολιτική πλατεία (ψηφιακή και μη).  Αν όμως καταφέρναμε να οικοδομήσουμε μια τέτοια πλατεία, θα επαναφέραμε σταδιακά τον παράγοντα του «πολιτικού» με την πρωτωγενή έννοια του όρου (συμμετοχή στην πόλη) στη καθημερινότητά μας και θα εξοπλίζαμε τους πολίτες με τα διανοητικά εργαλεία να αντισταθούν σε οτιδήποτε μπορεί να πλαισιώσει το αφήγημα του «κάτι μας κρύβουν». Η τεχνολογία, αν σταματούσε να ασχολείται με το πώς να αντλεί πλούτο πιο ανθρώπινα, θα μπορούσε να συνδράμει ενεργά στη διαμόρφωση και λειτουργία τέτοιων θεσμών.

Αιώνες ολόκληροι φιλοσοφικής σκέψης δεν κατάφεραν μέχρι σήμερα να απαντήσουν καταληκτικά στο ερώτημα «τί είναι αλήθεια και τί ισχυρισμός». Είναι λοιπόν εξαντλητικά απλουστευτικό και υπό συνθήκες εξαιρετικά επικίνδυνο να κηρύττεις στην κοινωνία, όπως κάνει ο Τρίσταν Χάρις, την ανάγκη να συμφωνούμε όλοι σε μια αλήθεια, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό σου το ρόλο της πηγής ή του φύλακά της. Γιατί η δημοκρατία, με όσα στραβά μας επιφυλάσσει συνήθως η εφαρμογή της, είναι το πολίτευμα που μπορεί και δημιουργεί στους ανθρώπους την προσδοκία αλλά και τη δυνατότητα να αμφισβητούνε ανοιχτά «παραδεδεγμένες αλήθειες» όπως αυτές ορίζονται «από τα πάνω» αλλά και να ζουν ως πολίτες σε ένα πλαίσιο συνεχούς συνδιαλλαγής και συλλογικής αμφισβήτησης, πεπεισμένοι ότι με αλλησυννενόηση, αλληλοκατανόηση και αλληλεγγύη μπορούνε να προοδεύσουν κόντρα σε ό,τι η κοινωνία αποδέχεται ως «αληθές» και «πραγματικό». Στο δρόμο αυτόν, η ανάγκη «να συμφωνούμε όλοι σε ό,τι είναι αληθές» δεν έχει να προσφέρει τίποτα κυρίως γιατί κανείς δεν μπορεί ούτε πρέπει να ορίσει και να απαριθμίσει με σαφήνεια όλα αυτά που είναι αληθή.

Κινούμενοι λοιπόν στον εξωτερικό μανδύα των προβλημάτων, οι συντελεστές δραματοποιούν την ιστορία τους με διάφορα σεναριακά και σκηνοθετικά τρικς προκειμένου να ενισχύσουν το τελικό τους μήνυμα. Στην προσπάθεια τους αυτή παραμένουν μακριά από τα μεγάλα διακυβεύματα καλλιεργώντας την προσδοκία ότι μπορούμε να ελπίζουμε σε καλύτερα επιχειρηματικά μοντέλα που θα μας καθοδηγούν προς το καλό, με γνώμονα την αλήθεια. Βασική δε προϋπόθεση για την υλοποίηση του στόχου αυτού είναι, σύμφωνα με τους συντελεστές, να δεσμευτούμε ότι θα χτίσουμε τεχνολογία στις υπηρεσίες του ανθρώπου.

Λύσεις

Η λύση αυτή τυχαίνει να είναι ίδια με το καταστατικό σκοπό του ιδρύματος Centre For Humane Technology που ίδρυσε ένας εκ των συντελεστών. Στόχος του ιδρύματος αυτού είναι να εκπαιδεύσει όλους όσους χρησιμοποιούν «εθιστικές» τεχνολογίες και παράλληλα να κινητοποιήσει όσους δραστηριοποιούνται στο χώρο της τεχνολογίας ώστε να μελετήσουν και να ασπαστούν τις ιδέες του μανιφέστου για μια ‘Humane Technology’, για μια τεχνολογία στις υπηρεσίες του ανθρώπου.

Είναι εξ ορισμού αδύνατον να διαφωνήσει κανείς με αυτήν την πρόταση και είναι εξαιρετικά προβλέψιμο ότι κάποιος που επιθυμεί να ικανοποιήσει πολλούς ακροατές θα προτιμήσει ένα τέτοιο γενικευμένο και απολιτίκ αφήγημα. Αξίζει, ωστόσο, να σταθούμε για λίγο στις υφέρπουσες πεποιθήσεις και υποθέσεις που δίνουν ελπίδα στους συντελεστές του Social Dilemma ότι αυτό που μας λείπει σήμερα είναι μια πιο «ανθρώπινη τεχνολογία».

Κάτι που επαναλαμβάνεται καθ’ όλη τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ, είναι η αδιαμφισβήτητη πεποίθηση των ομιλούντων ότι όσοι εργάζονται για εταιρείες σαν τη Facebook και την Google «δεν είναι κακοί».  Η Λίν Φοξ, πρώην στέλεχος στις Apple και Google, λέει με σιγουριά ότι δεν υπήρχε κανείς «κακός άνθρωπος» στο σχεδιασμό των τεχνολογικών μέσων και εργαλείων. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Τιμ Κένταλ αρνείται τον όρο «κακός» και προτιμά να χρησιμοποιεί τον όρο «αμελείς (negligent)» για να τους χαρακτηρίσει.

Πράγματι, ούτε κι εμείς έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι πίσω από τους τεχνολογικούς κολοσσούς υπάρχουν «κακοί» άνθρωποι που επιζητούν συνεχώς τη χειροτέρευση της θέσης των υπόλοιπων ανθρώπων. Αυτή όμως η παραδοχή, επ’ουδενί δεν ισοδυναμεί με αποδοχή του μέτρου «δεν είμαι κακός» ως επαρκές. Γιατί όταν οι καθημερινές πράξεις ή οι παραλείψεις σου δύνανται να έχουν συνέπειες σε άτομα και κοινωνίες ανά τον κόσμο, το να «μην είσαι κακός» δεν είναι αρκετό. Όταν οι πράξεις σου δύνανται να αγγίξουν τις ψυχολογικές αδυναμίες ατόμων ανά τον κόσμο, και μέσω αυτών να χτίσουν και να γκρεμίσουν ψυχές και κοινωνίες, το να «μην είσαι κακός» δε φτάνει. Όταν συγκεντρώνεις τόση δύναμη, οφείλεις να έχεις μια αυθεντική και ειλικρινή αφοσίωση, μια ανταλάντευτη και ενεργή δέσμευση, στο να είσαι καλός. Γιατί μεταξύ του «δεν βλάπτω» και του «κάνω καλό», το χάσμα είναι υπαρξιακά εκτενές και τις πιο πολλές φορές μελαγχολικά γυμνό. Κανείς, νομίζω, δεν προσέγγισε αυτό το κενό καλύτερα από την φιλόσοφο, Χάνα Αρέντ, όταν έγραφε στο βιβλίο της «Judgment and Responsibility»:

«Η πιο εμφανής και συνάμα επικίνδυνη πλάνη στην πρόταση […] ότι «κανείς δεν κάνει κακό εκούσια» έγκειται στο συνεπακόλουθο υποδηλούμενό της, ότι δηλαδή «όλοι θέλουν να κάνουν καλό». Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι πως τα περισσότερα δεινά προκαλούνται από εκείνους τους ανθρώπους που ποτέ τους δεν αποφάσισαν αν στη ζωή τους θέλουν να είναι καλοί ή κακοί άνθρωποι».

Οι ιδέες της Χάνα Αρέντ είναι εξαιρεικά επίκαιρες στο κατώφλι της αλγοριθμικής εποχής και κοινωνίας καθώς μας προϊδεάζουν για τις ολέθριες συνέπειες που μπορεί να επιφέρει ένα πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που «αδρανοποιεί» τους ανθρώπους σε αυτό το κενό, στο κενό μεταξύ «δε θέλω το κακό σου» και «είμαι καλός».  Δεν πρέπει, συνεπώς, να μας συγκινεί κι ούτε, πολύ περισσότερο, να μας καθησυχάζει ότι «ο τάδε και ο δίνα δεν είναι κακοί»  ή «δε θέλουν το κακό μας» όταν αυτός ο «τάδε και ο δίνα» είναι ένα κλικ μακριά από το να καθορίσει το περιβάλλον και τις προσλαμβάνουσές μας. Δε θα αποδεχόμασταν ποτέ για επιστήθιο φίλο μας κάποιον που απλώς «δε θα ήθελε το κακό μας». Δεν έχουμε, αντίστοιχα, καμιά υποχρέωση να μετριάσουμε τα όρια ευθύνης που θέτουμε και τις προσδοκίες που έχουμε από όσους συγκεντρώνουν τόση εξουσία παρέμβασης πάνω στα εργαλεία που συνοδεύουν τις ζωές μας.

Τέλος, το ποιός απευθύνει κάλεσμα για μια περισσότερο ανθρώπινη τεχνολογία έχει επίσης σημασία. Γιατί είναι αν μη τι άλλο εγωκεντρικό να αυτοπαρουσιάζεσαι ως λύση στο πρόβλημα, όταν ο ίδιος συνέβαλες στη δημιουργία του επειδή «τώρα, πια ξέρεις καλύτερα». Οι συντελεστές του Social Dilemma αυτό-παρουσιάζονται, ως οι ειδικοί που τότε, όπως άλλωστε ο υπόλοιπος κόσμος σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, δεν μπορούσαν να φανταστούν τις επιπτώσεις των εργαλείων που δημιουργούσαν. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ψευδής και απατηλός. Επιστημονικά άρθρα για τις  ηθικές προεκτάσεις κατά τη διαδικασία σχεδιασμού τεχνολογικών εργαλείων υπήρχαν πριν καν ο Mark Zuckerberg φοιτήσει στο Harvard (δες στις πηγές), ενώ προειδοποιήσεις για τις συνέπειες που μπορούν να έχουν σε ισχυρούς θεσμούς της δημοκρατίας τα επιχειρηματικά μοντέλα της Silicon Valley γράφτηκαν όταν ακόμα οι συντελεστές του Social Dilemma διατηρούσαν τις θέσεις τους στις εταιρείες που τώρα θέλουν να εκπαιδεύσουν.

Σήμερα υπάρχουν παρόμοιες φωνές που καλούν σε ριζικές, δομικές και συστημικές αλλαγές στον τρόπο που σχεδιάζεται η τεχνολογία. Το Mozilla Foundation, σχολιάζοντας στο twitter το Social Dilemma, ανέδειξε το μεγάλο εύρος των παραλείψεών του παραθέτοντας συγγραφείς, ακαδημαϊκούς και ακτιβιστές των οποίων οι φωνές λείπανε παρά το γεγονός ότι ήταν εκείνοι πρώτοι που ανέδειξαν τα προβλήματα που εκλαΐκευσε σήμερα -μια δεκαετία σχεδόν αργότερα- το Social Dilemma. Μεταξύ άλλων, διαβάζουμε για ακαδημαϊκούς και συγγραφείς που έχουμε προτείνει κατά καιρούς μέσω του Pandemos, όπως λ.χ. η Safiya Noble, η Ruha Benjamin, η Virginia Eubanks και άλλες,-οι. Στο ίδιο μήκος κύματος, το Wired δημοσίευσε πρόσφατα ένα άρθρο-παρότρυνση προς τον ίδιο τον Τρίσταν Χάρις με τίτλο «Για να ταράξει κανείς τα νερά της τεχνολογίας, θα πρέπει να ακούσει εκείνους που την ερευνούν».

Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων να χρηματοδοτήσουν ένα ντοκιμαντέρ στο Netflix προκειμένου να αναδείξουν εκείνες τις φωνές που από τότε, από παλιά, τους έλεγαν ότι κάνουν λάθος. Θα περίμενε κανείς να αποφασίσουν να κατέβουν από τη σκηνή και να δώσουν το μικρόφωνο σε κάποιον άλλο ή κάποια άλλη. Αντίθετα, το ντοκιμαντέρ ολοκληρώνεται με τον Τρίσταν Χάρις -επί σκηνής- να παρουσιάζει σε μορφή TedX το όραμα του για μια «ανθρώπινη τεχνολογία» σε ένα κοινό ομοίων του.

Κάπως έτσι το Social Dilemma καταλήγει να είναι μια σχεδόν εκνευριστική προσπάθεια προσωπικής εξιλέωσης και αυτοπροβολής εκείνων που, κάποτε αφελείς, συνεχίζουν σήμερα να αγνοούν όσες και όσους «φωνάζουν» πως το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο από ένα επιχειρηματικό μοντέλο. Οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν τις γνώσεις, τις διασυνδέσεις και τη δημοτικότητα τους και να αυτοαναχθούν ως οι οραματιστές που μπορούν να αναγεννήσουν από τις στάχτες του το χαμένο πια πνεύμα της Σίλικον Βάλευ. Και δυστυχώς, σε έναν κόσμο -σαν αυτό της τεχνολογίας- διχαστικά χωρισμένο μεταξύ εκείνων που αισθάνονται ότι μπορούν να τον σώσουν και εκείνων που αδυνατούν να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή του, το αφήγημα του Social Dilemma φαντάζει αρμονικό και επίκαιρο.

Εκνευριστικά απλουστευτικό, λοιπόν, και ασυνείδητα παραπλανητικό, το ντοκιμαντέρ έχει όλα τα χαρακτηριστικά για να αναδειχθεί ως η λάθος συνεισφορά στο δημόσιο διάλογο για την ισχύ και τις συνέπειες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, σε μια στιγμή μάλιστα που ο διάλογος αυτός είναι πιο κρίσιμος από ποτέ. Καλλιεργώντας, εν πολλοίς, μια ψευδή προσδοκία για μια λύση εκ των έσω, για μια αναδιοργάνωση επιχειρηματικών μοντέλων και μια αναγεννησιακού τύπου αφύπνιση εκείνων των λίγων που σχεδιάζουν και «χτίζουν» τεχνολογικά εργαλεία, καταφέρνει να ισχυροποιεί τους ήδη παγιωμένους περιορισμούς της συλλογικής μας φαντασίας.

Μπορούμε, άραγε, να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς Facebook; Αγαπάμε, άραγε, το Facebook με την ίδια ισχύ που αγαπάμε την πλατεία του χωριού μας ή το εμπιστευόμαστε με την ίδια ισχύ που εμπιστευόμαστε την καλύτερη μας φίλη; Αν όχι, πώς μπορούμε να φτιάξουμε εργαλεία που θα χρησιμοποιούμε, θα αγαπάμε και θα εμπιστευόμαστε;

Μπορούμε να οραματιστούμε μια μεγάλη πολιτική πλατεία υποστηριζόμενη από μια δημόσια ψηφιακή πλατφόρμα που θα ζει από το περιεχόμενό των ανθρώπων που φιλοξενεί;

Πώς θα ήταν οι ζωές μας αν κάθε γειτονιά,κάθε πολυκατοικία, είχε τη δική της ξεχωριστή πλατφόρμα συνεργασίας και επικοινωνίας; Πώς θα ήταν αν αναπτύσσαμε τα δικά μας ψηφιακά δίκτυα για διαφήμιση; Μπορούμε να φανταστούμε ένα μέλλον με δικές μας ψηφιακές υποδομές για εκπαίδευση που θα προωθούν εναλλακτικές μορφές αξιολόγησης μαθητών και δασκάλων; Ένα μέλλον με δικές μας ψηφιακές μας υποδομές για τηλε-εργασία που θα διασφαλίζουν εκ του σχεδιασμού θεμελιώδη εργατικά δικαιώματα;

Μπορούμε να χτίσουμε τη δική μας εφοδιαστική αλυσίδα (λ.χ. για βιβλία) για να ανταγωνιστούμε την ανεξέλεγκτη ισχύ της Amazon απέναντι σε εκδότες, παραγωγούς και βιβλιοπώλες; Μπορούμε να φτιάξουμε το δικό μας Spotify για να πληρώνουμε τους καλλιτέχνες όσο αξίζουν;

Μπορούμε να φανταστούμε ένα μέλλον όπου οι άνθρωποι, φίλοι πια με μια τεχνολογία που τους «απελευθερώνει», καταλήγουν να εργάζονται 4 ή 3 μέρες την εβδομάδα; Μπορούμε, τέλος, να φανταστούμε έναν κόσμο με λιγότερους υπολογιστές και περισσότερα πάρκα;

Αυτά είναι, νομίζω, συναρπαστικότερα ερωτήματα από τις απολιτίκ εξερευνήσεις του Social Dilemma για το πώς θα κάνουμε την τεχνολογία περισσότερο ανθρώπινη.

Το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στο χώρο της τεχνολογίας είναι πλέον πρόβλημα φαντασίας. Κι όσο επενδύουμε τη δημιουργικότητα μας στα ήδη υπάρχοντα κανάλια αγοράς και στα ίδια μοτίβα σκέψης, το πρόβλημα θα συνεχίζει να κρύβεται κάτω από το χαλί των εταιρικών σαλονιών όπου ένα κλειστό club προνομιούχων μονοπωλεί και περιορίζει μια συζήτηση καθορίζοντας το περιεχόμενο και το λεξιλόγιό της.  

Τα τεχνολογικά εργαλεία δεν είναι κι ούτε ήταν ποτέ ουδέτερα προϊόντα. Αντίθετα, πρέπει να τα αντιλαμβανόμαστε ως το απόσταγμα συστημικών διεργασιών που αντανακλούν τον ποιοτικό χαρακτήρα των συστημάτων που τα γέννησε.

Ο αγώνας, λοιπόν, για «τεχνολογία στις υπηρεσίες του ανθρώπου» και ο αγώνας για «ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα στις υπηρεσίες του ανθρώπου» είναι ένας ενιαίος και αδιαίρετος αγώνας. Ελάχιστη προϋπόθεση συμμετοχής σε αυτόν είναι πρωτίστως να φανταστεί κανείς και εν συνεχεία να αποδεχτεί ως πιθανό έναν διαφορετικό και ριζικά συλλογικότερο τρόπο κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης και αυτό-οργάνωσης.

Η τεχνολογία και η καινοτομία μπορούν να χτίσουν γέφυρες σε ένα τέτοιο μέλλον.

«Το Social Dilemma, έχει δίκιο σε ένα σημείο. Πράγματι αντιμετωπίζουμε ένα social dilemma (κοινωνικό δίλημμα). Για το ντοκιμαντέρ και τους συντελεστές του, ωστόσο, ο ρόλος σου στην επίλυση αυτού του διλήμματος είναι να καθίσεις στον καναπέ σου και να κοιτάζεις την οθόνη σου μεχρις ότου μια ομάδα μετανοημένων τεχνοκρατών και τεχνο-υπαλλήλων σου πει τι να κάνεις».
The Librarian Shipwreck

*φωτογραφία άρθρου από Barefoot Communications on Unsplash

*******

Αφήστε το σχόλιό σας:

Petros Terzis

GDPR!! Τώρα, που έχω την προσοχή σας: υπ. διδάκτωρ του πανεπιστημίου του Winchester (δίκαιο / τεχνολογία / πολιτική οικονομία / φιλοσοφία)

Great! You've successfully subscribed.
Great! Next, complete checkout for full access.
Welcome back! You've successfully signed in.
Success! Your account is fully activated, you now have access to all content.