1ο: Τεχνολογία, πανδημία και πολιτική

Κεφάλαια Pandemos Απρ 25, 2020

Με το παρόν άρθρο εγκαινιάζουμε τα κεφάλαια του Pandemos Project, μια σειρά αναλύσεων που σκοπό έχουν να αναδείξουν και να αξιολογήσουν πτυχές της «νέας κανονικότητας». Βασικοί άξονες των κεφαλαίων θα είναι η πολιτική, το δίκαιο, η φιλοσοφία και η τεχνολογία. Έτσι και το παρόν άρθρο, επειχειρεί να θέσει το ζήτημα των εφαρμογών για την αντιμετώπιση του COVID-19 σε παρόμοια βάση.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Το Σεπτέμβριο του ’19 ένα νέο iOS update ενίσχυσε την προστασία και την αυτονομία των χρηστών iPhone. Η Apple πήρε, έστω και αργά, την ορθή απόφαση να διακόψει την αυθαίρετη πρόσβαση τρίτων στο Bluetooth των χρηστών. Υποχρέωσε, λοιπόν, τους δημιουργούς όλων των εφαρμογών να ζητούν την άδεια των χρηστών προκειμένου να την ενεργοποιήσουν, αλλά το σημαντικότερο, απαγόρεψε σε κάθε περίπτωση την πρόσβαση στο bluetooth οποιασδήποτε εφαρμογής έτρεχε στο «παρασκήνιο».

Μέχρι εκείνη την ημέρα, η bluetooth τεχνολογία, εγκαταστημένη πια σε όλα τα κινητά, δεν ήταν χρήσιμη μόνο για να συνδέει συσκευές ήχου και ακουστικά. Αντίθετα, πολλές εφαρμογές  τη χρησιμοποιήσαν ως εργαλείο για να μαθαίνουν τον φυσικό και κοινωνικό περίγυρο των χρηστών. Έτσι, για παράδειγμα και πολύ απλουστευμένα, όταν το bluetooth της Μαρίας, «συναντούσε» το bluetooth του Κώστα κοντά στο «Μνημείο της Ελευθερίας», όσες εφαρμογές αναγνώριζαν αμφότερα τα bluetooth ήταν σε θέση να συμπεράνουν ότι η Μαρία και ο Κώστας ήταν «κοντά». Το iOS 13 ήρθε το Σεπτέμβρη του ’19 και έδωσε τέλος σε αυτή την πρακτική. Έτσι, εφαρμογές, όπως το LinkedIn, θα μπορούσαν πια να έχουν πρόσβαση στο bluetooth χρηστών iPhone μόνο με τη σαφή άδεια του χρήστη και το κυριότερο, μονάχα όταν ο τελευταίος άνοιγε και χρησιμοποιούσε την εφαρμογή.

Ειδοποίηση από την εφαρμογή FitBit αμέσως μετά το iOS 13 update-photo from howtogeek.com

Από το Σεπτέμβρη του ’19 μέχρι σήμερα μεσολάβησαν 7 μήνες και μία πανδημία.

Κι όπως η τελευταία άλλαξε όλη μας τη ζωή, έτσι άλλαξε και την απόσταση που θέλουμε να κρατάμε από τους συμπολίτες μας. Πλέον το 1,5 μέτρο, από υγειονομική παραξενιά, έγινε υποχρεωτική συνθήκη για την προστασία της δημόσιας υγείας. Και κάπως έτσι, η αξία της bluetooth τεχνολογίας επαναπροσδιορίστηκε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Σιγκαπούρη όπου μέσω της εφαρμογής TraceTogether και το bluetooth των χρηστών, η κυβέρνηση ειδοποιεί όσους έχουν έρθει σε επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα COVID-19.

Η συζήτηση αυτή για τη χρησιμότητα της bluetooth τεχνολογίας στην καταπολέμηση της πανδημίας πήρε άλλες διαστάσεις όταν στις 10 Απριλίου Google και Apple ανακοίνωσαν ότι ενώνουν τις δυνάμεις τους για να διευκολύνουν εφαρμογές που θα επιχειρούν να ιχνηλατήσουν -μέσω bluetooth- την εξάπλωση του COVID-19 (ας τις ονομάσουμε «εφαρμογές ανίχνευσης εγγύτητας»).

Η ανακοίνωση περιέχει δύο σημεία. Πρώτον, αναφέρει πώς στα μέσα Μαΐου, οι δύο κολοσσοί θα διευκολύνουν την επικοινωνία των δύο συστημάτων τους, Android και iOS, για όλες τις επίσημες εφαρμογές ανίχνευσης εγγύτητας που θα εκτελούν ιχνηλάτηση του COVID-19. Συγκεκριμένα, από τα μέσα Μαΐου, πιθανότατα μέσω ενός update, τα κινητά των χρηστών θα αποκτήσουν μια εφαρμογή με την οποία θα μπορούν να «γεννούν», να συλλέγουν και να μεταδίδουν κρυπτογραφημένα μηνύματα από τα οποία θα συνάγεται η απόσταση μεταξύ τους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι σε αυτό το σημείο (μετά δηλαδή το επερχόμενο update στα μέσα του Μαΐου) δεν θα έχουμε ακόμα ανίχνευση εγγύτητας. Θα πρόκειται απλώς για τη δημιουργία «δυνατότητας ανίχνευσης εγγύτητας». Στη συνέχεια αυτής της δυνατότητας, έπεται η εφαρμογή του εκάστοτε δημόσιου φορέα (ας πούμε του «ελληνικού Υπουργείου Υγείας»). Έτσι, από τη στιγμή που ο χρήστης εγκαθιστά την εφαρμογή του Υπουργείου, εκείνη θα μπορεί να προσθέσει στο σύστημα της τη δυνατότητα να «επικοινωνεί» με την πλατφόρμα των Google και Apple (στο εξής G-A) και κατ’ επέκταση να στέλνει αυτομάτως ειδοποιήσεις σε ανθρώπους που βρέθηκαν κοντά σε επιβεβαιωμένο κρούσμα COVID-19.

Google και Apple έχουν καταστήσει σαφές ότι η δυνατότητα «επικοινωνίας» των δύο συστημάτων δε θα είναι διαθέσιμη προς κάθε ενδιαφερόμενη δημόσια αρχή άνευ όρων. Αντίθετα, για να δοθεί η δυνατότητα στην εφαρμογή του ελληνικού Υπουργείου Υγείας να χρησιμοποιήσει το G-A σύστημα, θα πρέπει να πληρούνται κάποια εχέγγυα προστασίας και ασφάλειας των χρηστών καθώς επίσης να υπάρχει μια μορφή αποκεντρωμένης διαχείρισης της πληροφορίας. Τα κριτήρια αυτά τα ορίζουν Google και Apple και αναμφίβολα, όπως παρουσιάστηκαν, είναι προς το συμφέρον των χρηστών. Απλουστευμένα, λοιπόν, πέραν του τυπικού κριτηρίου που λέει ότι «η εφαρμογή θα πρέπει να ανήκει σε δημόσιο οργανισμό» υπάρχει και ένα ουσιαστικό κριτήριο που ορίζει ότι «η εφαρμογή θα πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις, διαφορετικά, δε θα είναι λειτουργική». Ένα κριτήριο «ουσιαστικής νομιμότητας» οριζόμενο από δύο ισχυρούς ιδιωτικούς οργανισμούς.

Πως θα μπορούσε, ωστόσο, να μοιάζει μια εφαρμογή που ανιχνεύει μεν την εγγύτητα χωρίς να παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα του χρήστη;

Ας υποθέσουμε ότι η Μαρία και ο Κώστας, άγνωστοι μεταξύ τους, έχουν κατεβάσει την επίσημη εφαρμογή του ελληνικού Υπουργείου Υγείας. Κάθε πρωί, μετά την άρση απαγόρευσης της κυκλογορίας, παίρνουν το ίδιο λεωφορείο και κάθονται δίπλα-δίπλα για να πάνε στη δουλειά. Όσο βρίσκονται στο λεωφορείο τα κινητά τους, κάθε πέντε λεπτά, στέλνουν και λαμβάνουν από γειτονικά κινητά κρυπτογραφημένα μηνύματα. Παράλληλα, αποθηκεύουν όλα τα μηνύματα που στέλνουν και λαμβάνουν. Δύο μέρες μετά, η Μαρία βρίσκεται θετική στον COVID-19. Χρησιμοποιώντας την εφαρμογή στο κινητό της, στέλνει στο νοσοκομείο τη λίστα με όλα τα κρυπτογραφημένα μηνύματα που έστειλε τις τελευταίες 14 μέρες. Ο Κώστας, παράλληλα, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στέλνει στο νοσοκομείο όλα τα κρυπτογραφημένα μηνύματα που έλαβε τις τελευταίες 14 μέρες. Όταν αυτά που έλαβε «ματσαριστούν» με αυτά που έστειλε η Μαρία, ο Κώστας θα λάβει μια ειδοποίηση στο κινητό του προκειμένου να μείνει στο σπίτι και να αποτρέψει την εξάπλωση του ιού.

από Nicky Case για το DP-3T project

Αυτό είναι, συνοπτικά, το σχέδιο της DP-3T εφαρμογής την οποία Αυστρία, Ελβετία και Εσθονία έχουν ξεκινήσει να υιοθετούν. Το DP-3T aποτελεί ένα από τα τέσσερα παραδείγματα αποκεντρωμένων εφαρμογών που σχεδιάστηκαν παγκοσμίως και απολαμβάνουν τη στήριξη περισσότερων από 300 ακαδημαϊκών. Το πιθανότερο είναι πως το G-A σύστημα θα επιτρέψει στις ανωτέρω εφαρμογές να χρησιμοποιήσουν τη δική τους κοινή πλατφόρμα και πως θα αποδεχτούν την δημοσίευση των εφαρμογών αυτών στα αντίστοιχα καταστήματα (stores) από όπου, στη συνέχεια, θα έχουν πρόσβαση οι χρήστες. Και μόνο, όμως, η ύπαρξη της δυνατότητας άρνησης από την πλευρά τους, γεννά τα πρώτα αξιοσημείωτα προβλήματα «πολιτικής νομιμοποίησης».

Τι γίνεται, λοιπόν, στην περίπτωση που ένα κράτος  επιθυμεί να αποφύγει τους περιορισμούς αυτούς και να σχηματίσει μια πιο κεντρική δομή που να συλλέγει περισσότερες πληροφορίες από αυτές που επιτρέπει η G-A πλατφόρμα; Το ερώτημα δεν είναι υποθετικό. Η Γαλλία, η οποία ετοιμάζεται για την άρση των μέτρων στις 11 Μάϊου, πράγματι έχει αναπτύξει μια αντίστοιχη εφαρμογή με λιγότερο αποκεντρωμένα χαρακτηριστικά και άρα εξ ορισμού λιγότερες δικλίδες ασφαλείας. Θα είναι λειτουργική; Μάλλον όχι. Το πρόβλημα σε αυτήν την περίπτωση είναι η προστατευτική πολιτικής της Apple. Η τελευταία, όπως είδαμε, έχει από τον περασμένο Σεπτέμβριο απαγορέψει την πρόσβαση μιας εφαρμογής στο bluetooth του χρήστη όταν αυτή η εφαρμογή είναι στο παρασκήνιο και θέλει να «πάρει» δεδομένα από τη συσκευή. Απλουστευμένα, λοιπόν, για να λειτουργήσει η γαλλική εφαρμογή σε κινητά της Apple, θα πρέπει είτε σε κάθε βήμα που κάνει ο χρήστης η εφαρμογή να είναι συνεχώς ανοικτή και στο προσκήνιο είτε η Apple να δημιουργήσει μια «εξαίρεση» για χάρη της γαλλικής δημοκρατίας. Η πρώτη λύση μοιάζει αδύνατη καταρχάς για λόγους κατανάλωσης μπαταρίας.  Η δεύτερη λύση δημιουργεί πρωτοφανή ζητήματα συνταγματικής περιωπής και πολιτικής νομιμοποίησης.

Σε μία κίνηση που θα έπαιρνε εύκολα την ταμπέλα «σημεία των καιρών», η γαλλική κυβέρνηση ζήτησε από την Apple να της επιτρέψει να «χτίσει» μια εφαρμογή αντίθετη στις προστατευτικές για τους χρήστες προϋποθέσεις που θέτει η τελευταία. Έχει, μάλιστα, αξία να προσέξουμε την ορολογία που χρησιμοποιεί ο Γάλλος Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής σε συνέντευξή του στο Bloomberg:

Οι πολιτικές αυτές προκλήσεις διογκώθηκαν έτι περαιτέρω από το δεύτερο σημείο της ανακοίνωσης των Google και Apple. Από την αρχή ήταν αντιληπτό πως οποιαδήποτε εφαρμογή ανίχνευσης εγγύτηατς θα ήταν εξ ορισμού αναποτελεσματική αν η πλειονότητα των χρηστών δε την εγκαθιστούσε (οι επιδημιολόγοι αναφέρουν πως για να είναι αποτελεσματική μια τέτοια θα πρέπει να χρησιμοποιείται τουλάχιστον από το 60% του πληθυσμού-για έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα αντίλογο, δείτε το thread του @cynddl εδώ).

Γράφημα που προβλέπει έντονη συσχέτιση μεταξύ χρήσης της εφαρμογής και εξάπλωσης του ιού στο Ηνωμένο Βασίλειο. από το twitter της @ElaineDMoore

Το Βέλγιο, για παράδειγμα, έχει εγκαταλείψει από καιρό την ιδέα ανάπτυξης αντίστοιχης εφαρμογής πιστεύοντας, ότι εφόσον είναι εθελοντικό, η αποτελεσματικότητα του είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Αυτό ακριβώς τo πρόβλημα, θέλησαν να αντιμετωπίσουν Google και Apple με την αμφιλεγόμενη απόφασή τους, να μεταφέρουν τη λειτουργία εντοπισμού εγγύτητας στα ενδότερα των τηλεφωνικών συσκευών μας. Σε επόμενη φάση, λοιπόν, και σίγουρα μετά τον Μάιο, αντί εφαρμογής, η ανίχνευση εγγύτητας θα γίνεται πλέον μέσα από το ίδιο λογισμικό των κινητών τηλεφώνων.

Το δεύτερο σημείο της G-A ανακοίνωσης 

Αν θεωρήσουμε ότι οι εφαρμογές ανίχνευσης εγγύτητας είναι εργαλείο για την καταπολέμηση της πανδημίας, τότε η απόφαση αυτή, ομολογουμένως, δε βγάζει πολύ νόημα. Γιατί να επιχειρήσουν Google και Apple μια τροποποίηση του λογισμικού όταν το πρόβλημα (το πώς να κάνεις τον κόσμο να κατεβάσει μια εφαρμογή ή το πώς να αναζητήσεις άλλες λύσεις) δε δείχνει και τόσο απροσπέλαστο; Πιθανότερη εξήγηση αποτελεί η παραδοχή ότι η τεχνολογία προσδιορισμού και ανίχνευσης εγγύτητας είναι εδώ για να μείνει. Γιατί η χρησιμότητα της είναι τεράστια για μια πανδημία. Όχι, όμως, μόνο για αυτήν.

Και εδώ αξίζει να κάνουμε μια επισήμανση: η τεχνολογία ανίχνευσης εγγύτητας δεν είναι «σαν το GPS». Αντίθετα, γεννά δυνατότητες καινούριες και άνευ προηγούμενου. Μπορεί, για παράδειγμα, να διευκολύνει τρίτους να εντοπίσουν τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε (π.χ. έναν πολίτη που είναι κοντά σε μία καφετέρια με κάποιον «ύποπτο για τρομοκρατία»), ή να εγκαταστήσουν μηχανισμούς ειδοποίησης για τις περιπτώσεις όπου το κινητό μας πλησιάζει σε, ή απομακρύνεται από ένα συγκεκριμένο μέρος (πχ όταν ένας πολίτης «σπάει» μια καραντίνα που επιβλήθηκε για λόγους «έκτακτης ανάγκης» ή όταν εργαζόμενος «εντοπίζεται» κοντά σε πολυκατάστημα την ώρα που θα έπρεπε να εργάζεται από το σπίτι).

Το σημείο όπου G-A περιγράφουν, φειδωλά και αφηρημένα, τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει μια εφαρμογή προκειμένου της «επιτραπεί» η λειτουργία. 

Αν, τώρα, ο προσδιορισμός εγγύτητας ήταν μια απλή εφαρμογή, με το πέρας της πανδημίας θα μπορούσαμε να τη διαγράψουμε και να συνεχίσουμε τις ζωές μας. Με τη μεταφορά της στα ενδότερα του λογισμικού θα μπορούμε μεν να συνεχίσουμε τις ζωές μας διαγράφοντας τη σχετική εφαρμογή, αλλά αυτή η δυνατότητα θα παραμείνει εκεί, «σε λήθαργο», άμεσα διαθέσιμη στην επόμενη πανδημία ή έκτακτη ανάγκη ή, γενικώς, σε κάθε άλλη συγκυρία που Google και Apple θα θεωρήσουν ως άξια κινητοποίησης. Γιατί, επί της ουσίας, η μεταφορά της δυνατότητας ανίχνευσης εγγύτητας στο λογισμικό δημιουργεί μια πλατφόρμα στα κινητά τηλέφωνα της συντριπτικής πλειοψηφίας χρηστών smartphones, με την de facto δυνατότητα να μετατραπεί εν μία νυκτί σε σύστημα παρακολούθησης του πληθυσμού, μαζικά, παντού (ακόμα και εκτός των συνόρων μιας χώρας) και αδιάκοπα. Ασφαλώς, σε αυτή την πλατφόρμα παρακολούθησης θα έχουν πρόσβαση όσες εφαρμογές πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτουν Google και Apple και, χωρίς αμφιβολία, οι σημερινοί όροι είναι προς το συμφέρον του χρήστη. Θεμελιωδώς, ωστόσο, αυτό που καταφέρνουν Google και Apple με την εν λόγω απόφαση είναι να θέτουν εαυτούς ως θεματοφύλακες ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων.

Αυτή η μετάθεση της εμπιστοσύνης θεμελιωδών συνταγματικών ελευθεριών προς τρίτους-ιδιώτες δημιουργεί καινούριες προκλήσεις για το κράτος δικαίου το μέγεθος των οποίων γίνεται αντιληπτό μόνο όταν συνειδητοποιήσουμε το «κανονιστικό» φορτίο των τεχνολογικών εργαλείων.

Στο Χονγκ-Κονγκ, ένα ηλεκτρονικό βραχιόλι παρακολουθεί όλους τους επισκέπτες προκειμένου να διαπιστώσει αν συμμορφώνονται με τους κανόνες της δεκατετραήμερης καραντίνας. Στην Πολωνία, η εφαρμογή «Home Quarantine» δίνει  στους χρήστες διορία 20 λεπτών προκειμένου να στείλουν μια φωτογραφία που να αποδεικνύει ότι βρίσκονται στο σπίτι.  Στη Ρωσία, 100.000 κάμερες αναγνώρισης και ηλεκτρονική παρακολούθηση τοποθεσίας και κινήσεων του πληθυσμού μέσω κινητών, δίνουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να διαπιστώνει ποιοι παραβαίνουν τους κανόνες απομόνωσης. Στη Νότια Αφρική, εταιρείες τηλεπικοινωνίας διαμοιράζονται δεδομένα τοποθεσίας των πολιτών προκειμένου να παρακολουθείται η τήρηση των μέτρων απομόνωσης.  Στη Βραζιλία, start-ups συνεργάζονται με την κυβέρνηση για να παρακολουθούν μέσω GPS την τοποθεσία των πολιτών (στην πόλη Ρεσίφε, για παράδειγμα, παρακολουθούνται περισσότεροι από 700,000 χρήστες smartphones). Τέλος, η πολιτεία της Δυτικής Αυστραλίας ψήφισε νόμο που δίνει τη δυνατότητα επιβολής ηλεκτρονικής παρακολούθησης είτε με βραχιόλι είτε με άλλα ψηφιακά μέσα στην οικεία όσων υποχρεώνονται σε απομόνωση.

Ηλεκτρονικό βραχιόλι με QR code που «ντύνει» υποχρεωτικά όλους τους επισκέπτες του Χονγκ Κονγκ-Reuters 

Δε χρειάζεται καν να συζητήσουμε την αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων για να αντιληφθούμε τις προκλήσεις που δημιουργούνται για το κράτος δικαίου. Η ταχύτητα και η ευκολία με την οποία τεχνολογικά εργαλεία μεταμορφώθηκαν σε μηχανές μαζικής παρακολούθησης του πληθυσμού είναι ανησυχητική. Γιατί παρόλο που σήμερα αυτή η μεταμόρφωση έγινε για καλό σκοπό (την αντιμετώπιση μιας πανδημίας) και επιχειρείται σε πολλές περιπτώσεις με τους σωστούς όρους (προστασία ιδιωτικότητας, ασφάλεια, αποκεντρωμένη διαχείριση), δεν υπάρχει κανένα δημοκρατικό εχέγγυο που να μπορεί να διασφαλίσει ότι θα συμβεί το ίδιο και στο μέλλον. Τεχνολογικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν σήμερα για την αντιμετώπιση της πανδημίας, ίδια και απαράλλαχτα μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν αύριο προς όφελος μιας δικτατορικής κυβέρνησης, μιας συγκυρίας «έκτακτης ανάγκης» ή μιας υπηρεσίας ασφαλείας ξένου κράτους. Κι όσο ο σχεδιασμός και η δυνατότητα διαχείρισης και παρέμβασης των εργαλείων και των υποδομών αφήνεται σε κεντρικές δομές (είτε κρατικές, είτε ιδιωτικές) τόσο περισσότερο απομακρύνεται από αυτές ο δημοκρατικός έλεγχος των πολιτών. Την ίδια στιγμή, όσο αυξάνεται η δικαιοπολιτική μας εξάρτηση από υπηρεσίες της πληροφορίας και τεχνολογικές υποδομές (πχ cloud infrastructures) τόσο περισσότερο θα μεγαλώνει και η ανάγκη για τη σφυρηλάτηση νέων υποχρεώσεων από την πλευρά όσων τις διαμορφώνουν. Μερικοί κάνουν λόγο για την ανάδυση μιας νέας μορφής συνταγματισμού (δες βιβλιογραφία).

Το σίγουρο είναι πως όσο προχωράμε στον 21ο αιώνα τόσο τα κράτη θα θεμελιώνουν το δημοκρατικό τους κεκτημένο σε ψηφιακούς πυλώνες που δεν τους ανήκουν, ενώ παράλληλα, οι πολίτες, θα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων με ανυπολόγιστη διαχειριστική δύναμη.  

Για να αποφευχθούν δυσοίωνα σενάρια δυσάρεστων «έκτακτων συνθηκών», χρειάζεται να αντιληφούμε την «ψηφιοποίηση του κράτους» ως την αφορμή για μια νέα πολιτειακή ενδοσκόπηση. Μια συζήτηση για τις πολιτικές αρχές που θέλουμε να θέσουμε στην ψηφιακή εποχή και, συνάμα, μια προσπάθεια να αναπτύξουμε τις τεχνικές εκείνες που θα μας τις διασφαλίσουν. Η συζήτηση αυτή, πέρα από πολιτική διαδικασία, θα  αποτελεί και ανασπόσπαστο κομμάτι της ανάπτυξης σημαντικών για την χώρα και τον πολίτη εφαρμογών και τεχνολογικών εργαλείων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι, ξανά, το DP-3T project που από την αρχή του υπήρξε μια εργασία ανοιχτή, διεπιστημονική και δημοκρατική. Αν θέλουμε να οικοδομήσουμε αντίστοιχα ψηφιακά εργαλεία και οικοσυστήματα, χρειαζόμαστε μια γενιά προγραμματιστών που θα αντιλαμβάνεται το έργο της όχι μονάχα ως τεχνικό, αλλά ως βαθιά κοινωνικό και πολιτικό. Στο ίδιο τραπέζι και δίπλα τους, χρειαζόμαστε διεπιστημονικές ομάδες, εκλεγμένους αντιπροσώπους, δημοσιογράφους και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανοικτής διαδικασίας που προηγήθηκε της ανάπτυξης του DP-3T project. ΤΟ σχόλιο δημοσιεύτηκε στην πλατφόρμα της εφαρμογής στο GitHub. Διαβάστε ολόκληρη τη συζήτηση εδώ

Η τεχνολογία δεν παράγει από μόνη της «ουδέτερα» μηχανήματα, ικανά να χρησιμοποιηθούν είτε για καλό είτε για κακό. Αντίθετα, μπορείς να κατασκευάσεις εργαλεία που θα είναι εκ του σχεδιασμού αδύνατο να χρησιμοποιηθούν για «κακό» ή μπορείς να χτίσεις ψηφιακές δομές εξάρτησης, κρατικές ή/και ιδιωτικές, που θα έχουν τη δυνατότητα να μετατραπούν ανεπαίσθητα σε δομές μαζικής παρακολούθησης. Το τί θα επιλέξεις δεν είναι ζήτημα τεχνικό.

Είναι, πρωτίστως, πολιτικό.

*φώτο άρθρου από Andrew Guan on Unsplash

*********************************************************

Αφήστε το σχόλιό σας:

Petros Terzis

GDPR!! Τώρα, που έχω την προσοχή σας: υπ. διδάκτωρ του πανεπιστημίου του Winchester (δίκαιο / τεχνολογία / πολιτική οικονομία / φιλοσοφία)

Great! You've successfully subscribed.
Great! Next, complete checkout for full access.
Welcome back! You've successfully signed in.
Success! Your account is fully activated, you now have access to all content.